Θεραπεία PDF Εκτύπωση E-mail

  Η θεραπεία της σπαστικότητας αποτελεί μία από τις παραμέτρους του προγράμματος αποκατάστασης των ασθενούς. Η θεραπευτική προσέγγιση  περιλαμβάνει αρχικά συντηρητικά μέσα δηλ. φυσικοθεραπεία, ενέσεις με αλαντοτοξίνη –το γνωστό Botox, και φαρμακευτική αγωγή από το στόμα με μυοχαλαρωτικά φάρμακα, όπως το Miorel και το Lioresal. Αυτά είναι δυνατόν να αποδώσουν σε ικανοποιητικό βαθμό και για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην χώρα μας οι φυσίατροι έχουν επιτύχει εκπληκτικά αποτελέσματα  στο στάδιο αυτό. Όταν όμως τα συντηρητικά μέσα δεν δύναται μα αντιμετωπίσουν την σπαστικότητα, εφαρμόζεται η ρήση του πατέρα της Ιατρικής επιστήμης του Ιπποκράτη « οκόσα φάρμακα μη ιείται σίδηρος ιείται ». Έτσι έχουν εφαρμοσθεί ορθοπεδικές επεμβάσεις (επιμήκυνση τενόντων, τενοντομεταθέσεις, ευθυγράμμιση αρθρικών επιφανειών), και νευροχειρουργικές επεμβάσεις.

     Επειδή όμως το ζητούμενο αποτέλεσμα στους ασθενείς αυτούς είναι η ελάχιστη παρεμβατική μέθοδος με τα καλλίτερα αποτελέσματα, η σύγχρονη φαρμακολογία και τεχνολογία, επέτρεψαν στους νευροχειρουργούς να εφαρμόσουν νέες τεχνικές,  όπως η συνεχής  χορήγηση μέσα στον «θήκη» - σάκο  του νωτιαίου μυελού  του φαρμάκου μπακλοφαίνη (Baclofen),  μέσω μίας υποδόριας εμφυτεύσιμης αντλίας.  Η δραστικότητα της μεθόδου έχει πλέον επιβεβαιωθεί από πολλές διεθνείς σειρές προερχόμενες από μεγάλα κέντρα του εξωτερικού και εφαρμόζεται με επιτυχία και στην χώρα μας από το 2001. 

      Το χορηγούμενο φάρμακο, η μπακλοφαίνη, είναι ανάλογο ενός φυσιολογικού νευροδιαδιβαστή, του γ-αμινοβουτυρικού οξέως (GABA) και δρα σε υποδοχείς που εντοπίζονται στο νωτιαίο μυελό (ΝΜ). Αν και η από του στόματος χορήγηση μπακλοφαίνης είναι δραστική σε μεγάλο αριθμό ασθενών, υπάρχουν άλλοι που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στην αγωγή. Με την ενδοθηκική χορήγηση της μπακλοφαίνης, η έγχυση του φαρμάκου γίνεται απευθείας στον νωτιαίο μυελό, δηλ. στην περιοχή όπου είναι απαραίτητη για τη θεραπευτική της δράση, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τόσο τις μεγάλες δοσολογίες, όσο και τη συστηματική τοξικότητα, ενώ επιπλέον η ορθή ρύθμιση της αντλίας, μας επιτρέπει να επιτυγχάνουμε σταθερά επίπεδα φαρμάκου, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.