Ορισμός PDF Εκτύπωση E-mail

Ραιβόκρανο, ραιβόκρανο το (ουσιαστικό)

[ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :ραιβός - κραν (κρανίο) -ο] (ιατρ) η κλίση του κεφαλιού από τη μια πλευρά και το ανασήκωμα του πηγουνιού προς την αντίθετη, η οποία οφείλεται στη σύσπαση των μυών του αυχένα.