Ορισμός PDF Εκτύπωση E-mail

σπαστικός -ή -ό [spastikós] : θηλ. και σπαστικιά στη σημ. γ : α. (ιατρ.) που οφείλεται σε σπασμούς των μυών: Σπαστική ημιπληγία / τετραπληγία / παράλυση. β. για πρόσωπο που πάσχει από σπαστική παράλυση: Σπαστικό παιδί. || (ως ουσ.): Iδρύματα Προστασίας Σπαστικών. γ. (μτφ., προφ.) για πρόσωπο ή συμπεριφορά προσώπου που μας ενοχλεί και μας εκνευρίζει, συνήθ. με την επίδειξη κάποιας ιδιόρρυθμης επιμονής.

[λόγ. < αγγλ. spastic < αρχ. σπαστικός `που τραβάει, απορροφά΄ κατά τη σημ.: `προκαλώ σπασμούς΄ του ρ. σπῶ (δες σπάζω)]